Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015

«Εδώ, Πολυτεχνείο. Εδώ, Ευρώπη.»

Δεν θα νικήσει ο φόβος.

«….και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε ω χαίρε λευτεριά!» τραγουδούσε ψιθυριστά και με κοίταζε με συγκινημένα ματάκια.
Η αλήθεια είναι πως σε εκείνη την τάξη υπήρχαν 29 συγκινημένα ζευγάρια ματιών, καθώς η νηπιαγωγός έδειχνε, όχι μόνο στα μικρά παιδιά, αλλά και σε εμάς τα μεγαλύτερα, τις φοιτήτριες, μαρτυρίες από το Πολυτεχνείο.
Νοέμβριος 1973: μια κοπέλα γράφει γράμματα στον φίλο της, ο οποίος βρίσκεται στην φυλακή, κατόπιν ξυλοδαρμού.
Συχνό φαινόμενο βλέπετε ήταν τότε και οι φυλακίσεις και οι ξυλοδαρμοί.
Ο κόσμος δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει, φοβόταν.
Ναι, αντί για σχέσεις εμπιστοσύνης, για διάλογο, για ελεύθερη έκφραση, όπως έλεγε η φοιτήτρια αυτή στα γράμματά της, δέσποζε ο φόβος. Ένας δικτάτορας, με το έτσι θέλω είχε αποφασίσει να επιβληθεί στον κόσμο και να του στερήσει την ελευθερία του, με όπλο του τη βία.
Στις 17 Νοέμβρη 1973, τα τανκς εισέβαλαν στο Πολυτεχνείο και πολλά νέα παιδιά (καλή ώρα στην ηλικία μου) σκοτώθηκαν. Γιατί; Για μια ελευθερία.
Τα μικρά παιδιά, μας κοίταζαν με δέος, λες και «η φοιτήτρια» ήμασταν εμείς. Λες και το «είμαστε αδέλφια σας, μην μας σκοτώσετε!» είχε νόημα για εκείνα. Λες και είχαν επίγνωση πως η ελευθερία δεν είναι απλό δικαίωμα, που μπορεί κάποιος να σού το στερήσει.
Είναι επιλογή. Με όποιο τίμημα.
Όσο και αν κάποιος σού λέει «Δεν σού επιτρέπω να είσαι ελεύθερος», εσύ φέρεσαι ως ελεύθερος, γιατί δεν μπορεί κανείς να σού πει τι θα πεις, τι θα ακούσεις, τι θα διαβάσεις, πού θα κυκλοφορήσεις. Εσύ αποφασίζεις για εσένα και δεν ενοχλείς ούτε βλάπτεις κανέναν συνάνθρωπό σου ασκώντας αυτό σου το δικαίωμα.
14 Νοεμβρίου 2015: Λαμβάνω ένα μήνυμα από μια καλή φίλη «να προσέχεις εκεί που θα πας». Ενημερώνομαι για την κατάσταση. Πατάω το κουμπί (όχι το ραδιοφωνικό, το άλλο, του υπολογιστή) και βλέπω τίτλους όπως «Λουτρό αίματος στο Παρίσι» και «Εάν η Ευρώπη αλλάξει από φόβο οι Τζιχαντιστές έχουν ήδη νικήσει.».
Βία. Ξανά βία. Παντού βία.
Το γνωρίζαμε τόσα χρόνια πως κάποιος μας ελέγχει οικονομικά και πως, ό,τι και να κάνουμε για αυτό, είμαστε «dust in the wind»που λένε και οι kansas. Το παλεύαμε όμως. Γιατί είχαμε την ελευθερία μας. Όσο δύσκολα και αν ήταν τα πράγματα, μπορούσαμε να μιλήσουμε, να γράψουμε, να ενημερωθούμε, να κυκλοφορήσουμε.
Το «λουτρό αίματος» δεν ξεκίνησε τώρα. Ξεκίνησε με την πολλαπλή δολοφονία στο Charlie Hebdo και με άλλες δολοφονίες που δεν τις είδαμε εγώ και εσύ, μα δεν σημαίνει πως δεν έγιναν. Και σήμερα, λουτρό αίματος, ξανά.
Ξέρετε, στο Νηπιαγωγείο μαθαίνουμε για τον σεβασμό, την αγάπη και την αποδοχή.
Μού είναι πολύ δύσκολο να κατανοήσω πώς ένα παιδί τεσσάρων ετών καταλαβαίνει απλά με λίγες εικόνες και ένα σύνθημα ενώ ενήλικες –που υποτίθεται πως έχουν περισσότερες εμπειρίες στην ζωή τους, όχι ότι είναι πιο ξύπνιοι- δεν καταλαβαίνουν.
Η κοπέλα αφηγείται: «Δεν ξέρω αν το γράμμα μου θα φτάσει σε εσένα, σού γράφω όμως, γιατί είναι ένας τρόπος να ξεπερνώ τον φόβο μου. Τα πράγματα δεν πάνε καλά Γιάννη. Μας απειλούν. Ή θα τους φάμε ή θα μας φάνε.».
«Μίλησε ο Ομπάμα, έκτακτες συσκέψεις στην Ευρώπη
Πιθανότατα να γίνουν σε κάθε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα..
Προς το παρόν ανακοίνωσαν ότι θα χτυπήσουν Ρώμη, Βερολίνο και Λονδίνο»,  συνεχίζει η φίλη μου.
«Θέλουν να μας ελέγχουν με τον φόβο Γιάννη»,
«Ο Πύργος του Άιφελ έσβησε τα φώτα σε ένδειξη πένθους, ο κόσμος άνοιξε τα σπίτια του σε όσους  είναι ταξιδιώτες εκεί και δεν μπορούν να φτάσουν ως το ξενοδοχείο τους..»
«καλέσαμε τον κόσμο σε βοήθεια και η ανταπόκριση ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Κόσμος στους δρόμους, παντού. Δεν το πιστεύαμε στην αρχή. Είμαστε αδέλφια, μας δίνουν απίστευτη δύναμη. Θα νικήσουμε.»
«Εάν η Ευρώπη αλλάξει από φόβο οι Τζιχαντιστές έχουν ήδη νικήσει.», συνεχίζει η κυρία με το άρθρο.
«και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε ω χαίρε λευτεριά….», τραγουδούσαν. Τραγουδούσαμε.
Η δική μας πραγματικότητα, ναι, εμάς των 29 και πολλών άλλων που κατανοούν την σπουδαιότητα του να είσαι ελεύθερος, δεν είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα. Δεν είναι το πένθος.
Είναι η ελευθερία. Αυτοί οι άνθρωποι τώρα, οι 160+ νεκροί, θα έπρεπε να είναι κάπου εκεί έξω και να τραγουδούν.
Το ξέρουμε πως, παρά το γεγονός πως τόσος κόσμος κάποτε αγωνίστηκε για να είμαστε ελεύθεροι, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλο τον κόσμο, δεν είχαμε την ευκαιρία τα τελευταία χρόνια, να ζήσουμε την ζωή μας όπως θέλουμε. Και αναρωτιόμασταν, «είναι τώρα αυτό ελευθερία;»
Όμως, τραγουδούσαμε, μιλούσαμε, κυκλοφορούσαμε.
Ακόμα και φτωχός να είσαι, ξέρεις πως είσαι εδώ και μπορείς να παλέψεις από την αρχή, με όπλο σου την αλληλεγγύη και την υγεία.
Μετά, ο φόβος.
Μετά, μπαμ!
Και δυο ματάκια να μας κοιτάζουν με περηφάνια και συγκίνηση, που ο αγώνας κατά της βίας είχε τελικά αποτέλεσμα.
Και εμείς, οι νέοι του 2015, οι σημερινοί φοιτητές (και μη), να βλέπουμε την βία να γιγαντώνεται, ίσως όχι με την μορφή ενός τανκ έξω από την πόρτα του Πολυτεχνείου, αλλά  με ένα απλό «μπαμ», έναν κρότο. Και μετά; Τι θα γίνει μετά;
Θα έχουμε την δύναμη; Θα είμαστε όλοι αδέλφια; Θα παλέψουμε;
Γιατί είναι πλέον γεγονός, πως η βία γιγαντώνεται, στα χρόνια του δήθεν πολιτισμού και της δήθεν δημοκρατίας.
«Ψωμί, παιδεία, ελευθερία» φώναξαν οι φωνούλες τους.
Σε λίγες μέρες θα κάνουν και γιορτή.
Ποιος να τους πει πως η βία επανήλθε;
«Εδώ Πολυτεχνείο…»
«Εδώ Ευρώπη….».
Δεν θα νικήσει ο φόβος.

Θα νικήσει το ελεύθερο αύριο των παιδιών μας.

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015

«Δυο νέοι συζητούν.»

Περιγραφή: C:\Users\STAMATIA1993\Desktop\Πρόχειρο01.jpg
Πότε τελικά είμαστε ελεύθεροι;
Μέσα στα λεωφορεία έχω περάσει την μισή ζωή μου. Αρχικά, ψάχνεις να βρεις θέση- αν υπάρχει θέση. Μετά, βεβαιώνεσαι πως δεν είναι όρθιος κάποιος ηλικιωμένος όσο εσύ ψάχνεις τα ακουστικά σου για να αρχίσεις να ακούς μουσική και να σταματήσει να σε ενοχλεί αυτό το βουητό. Η φοιτήτρια που ξενύχτησε και δεν έχει καμία διάθεση να πάει για μάθημα, ο ερωτευμένος που δεν ξέρει τι να κάνει για να διεκδικήσει κάποια άλλη φοιτήτρια, ο εισπράκτορας που φωνάζει λες και δεν τον ακούμε (ακούστε βρε παιδιά και με ξεκούφανε!), ο οδηγός που βρίζει κάποιον άλλον οδηγό που πέρασε με stop.
Σήμερα λοιπόν, ξέχασα τα ακουστικά μου.
Και- περιέργως- άκουγα μόνο δύο φωνές. Τις φωνές δύο νέων ανθρώπων που –σε αντίθεση με τις εκπομπές πολιτικού περιεχομένου στην τηλεόραση- ήξεραν να κάνουν διάλογο. Ήταν ό,τι πιο ενδιαφέρον θα μπορούσε να μού τύχει μέσα στο λεωφορείο.
Μεν: Είναι πολύ σημαντικό να μείνουμε στην Ευρώπη, δεν θα λειτουργήσει η οικονομία διαφορετικά. Αν γυρίσουμε στην δραχμή και προσπαθήσουμε να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας, θα είμαστε υπόδουλοι όπως παλιά, δεν θα είμαστε ελεύθεροι.
Δε:  Τι λες; Θα πάρεις να καλλιεργήσεις σε ένα χωράφι και μια χαρά ελεύθερος θα είσαι. Ενώ αν μείνεις, θα κινούν τα νήματα οι Ευρωπαίοι, τότε δεν θα είσαι ελεύθερος.
Μεν: Αν προσπαθήσουμε να ζήσουμε αυτόνομα, δεν θα έχουμε εισαγωγές και εξαγωγές, θα πρέπει να έχουμε δική μας παραγωγή. Θα έχουμε; Πολλά  νέα μυαλά της χώρας έχουν φύγει για το εξωτερικό.
Δε: Αυτό θα πει ελευθερία όμως, να είσαι αυτόνομος.
Μεν: Έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα σήμερα, δεν ωφελεί αυτό. Χρειαζόμαστε τις συναλλαγές με το εξωτερικό, χρειαζόμαστε και παραγωγή. Η Ευρώπη μπορεί να μας βοηθήσει αλλά μάλλον δεν θέλει. Ελεύθεροι θα είμαστε όταν θα μπορούμε να συμμετέχουμε στις νέες εξελίξεις, όχι όντας απομονωμένοι.
Δε: Ελεύθεροι θα είμαστε όταν δεν θα είμαστε υπόδουλοι, όταν θα μπορούμε να είμαστε αυτόνομοι και να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας, όπως τόσες άλλες χώρες. Πιστεύω πως θα τα καταφέρουμε.
Μεν: Ποιος σού το εγγυάται αυτό;
Δε: Κανείς, αυτό πιστεύω όμως. Συμφωνώ για αυτό που λες με τις εξαγωγές και την οικονομία, ωστόσο δεν θέλουν να μας βοηθήσουν, τίθενται άλλα συμφέροντα.
Μεν: Άρα η λύση είναι να έχουμε καλές σχέσεις με τους υπόλοιπους ευρωπαίους για να έχουμε ευκαιρίες και ένα έναυσμα και να αποκτήσουμε σταδιακά παραγωγή, μέχρι να βγούμε από την κρίση.
Δε: Αλλιώς, σε περίπτωση που θέσουν δικούς τους όρους, δεν θα είμαστε ελεύθεροι.
Μεν: Ούτε με grexit θα είμαστε ελεύθεροι.
Μετά από αυτήν την άκρως εκπαιδευτική κούρσα, προβληματίστηκα:
Τελικά τι ορίζουμε ως ελευθερία;
Την αυτονομία και το να μην μας καθοδηγεί κανείς (με όποια κριτήρια έχει ένας οδηγός λεωφορείου που σε πάει στον προορισμό σου), ή την συμμετοχή στις σύγχρονες εξελίξεις (ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι θα καταλήξεις σε μέρος άσχετο από αυτό που περίμενες;).
“Επόμενη στάση: grexit” φωνάζει ο εισπράκτορας.
Οι επιβάτες κοιτάζονται έντρομοι, σηκώνονται από τις θέσεις τους και…..

(συνεχίζεται).
[κείμενο και φωτογραφία:Stama_kal]

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015

6ο Παιδικό Φεστιβάλ ΤΕΕΑΠΗ.


«Μια εβδομάδα ονείρου ...»
Νομίζετε ότι ξεκίνησα την συμμετοχή μου στο 6ο Παιδικό Φεστιβάλ του Τ.Ε.Ε.Α.Π.Η ως μεταφορέας όλως τυχαίως;  Είχα στο μυαλό μου να σας κάνω μία ξενάγηση στους κόσμους της παιδικής σκέψης, της δημιουργικότητας και του παραμυθιού. Το ξέρω πως δεν είστε ούτε τεσσάρων ετών, ούτε κούκλες κουκλοθέατρου, ούτε νηπιαγωγοί (τουλάχιστον όχι όλοι), αλλά είστε μαζί μου, οπότε είστε επίτιμοι επισκέπτες! Ξεκινάμε;

Αρχικά ας κάνουμε ένα ταξίδι στον χρόνο. Το Παιδικό Φεστιβάλ του Τ.Ε.Ε.Α.Π.Η είναι μοναδικό στο είδος του, ξεκίνησε το 2010 και μέσα σε λίγα χρόνια είχε αποκτήσει πολλούς καινούριους φίλους, όπως εθελοντές φοιτητές και φοιτήτριες  του Τμήματος αλλά και πολλά παιδιά (ανά τμήμα σχολείου). Φέτος, μεταξύ 2 και 5 Ιουνίου διεξήχθη  το 6ο παιδικό φεστιβάλ στο Πανεπιστήμιό μας.

 Οι εθελοντές, με την πολύτιμη βοήθεια της οργανωτικής επιτροπής του φεστιβάλ και της υπεύθυνης κυρίας Βασιλικής Ρήγα, έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους για να προετοιμάσουν τον χώρο και για να προσφέρουν στα προνήπια και τα νήπια ψυχαγωγία και μάθηση, μέσα από οργανωμένες δραστηριότητες. Τι δεν τους βλέπετε; Άλλοι καθαρίζουν, άλλοι στολίζουν, άλλοι σημειώνουν, μέχρι να φτάσουν τα παιδιά και να προσηλωθούν σε αυτά και μόνο.


Η Ασημίνα Κατσούδα , η οποία είναι 4 χρόνια στην οργανωτική επιτροπή του φεστιβάλ, μάς περιγράφει την κατάσταση ‘εκ των έσω': «Αξίζει να αναφέρουμε πως το Παιδικό Φεστιβάλ είναι μία δουλειά ενός χρόνου και συμμετέχοντας σε αυτό μαθαίνεις πράγματα που μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις επαγγελματικά.  Η εβδομάδα η οποία διεξάγεται ("Μια εβδομάδα ονείρου" όπως την αποκαλώ ) είναι για όλους εμάς που δουλέψαμε όλο αυτό το χρονικό διάστημα μια διπλή χαρά, διότι βλέπουμε το αποτέλεσμα του κόπου μας και η αξιολόγηση για μας φαίνεται μέσα από τα πρόσωπα και τα χαμόγελα των μικρών αλλά και των μεγάλων.» .

Οι μικροί μας φίλοι και φέτος στόλισαν τον εξωτερικό χώρο στον οποίο γίνεται κάθε χρόνο το φεστιβάλ, όχι μόνο με καλοκαιρινές σημαίες, αλλά κυρίως με φαντασία, ξεγνοιασιά, ήχους και εικόνες. Μπορείς να διακρίνεις τον ενθουσιασμό στα μάτια τους, καθώς σού περιγράφουν τι ζωγράφισαν. Αλλά ας αποχωρήσουμε γιατί συγκινήθηκα.

Αν στρίψετε αριστερά, θα μπορέσετε να δείτε τα Παιχνίδια Τσίρκου, τα Παραδοσιακά Παιχνίδια και τους Ερευνητές των Μαθηματικών. Στα δεξιά σας, είναι η Χώρα των χρωμάτων και το Κουκλοθέατρο. Πιο πάνω βρίσκεται η Αφήγηση Ιστοριών, το «Συμμετέχω και αποφασίζω» και η Διαπολιτισμική Αγωγή. Λίγα ακόμα βήματα και θα δείτε τους Μικρούς Σεφ, τις Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και το μουσικό παιχνίδι. Για κάθε εργαστήριο είναι υπεύθυνος και κάποιος καθηγητής του Τμήματος, ο οποίος έχει εφοδιάσει το φοιτητικό κοινό με τις αναγκαίες δεξιότητες σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο.

Κορδέλες, σημαίες, πανιά και κούκλες, αφίσες, στεφάνια, μπάλες και μπογιές, όλα αυτά, όσο όμορφα και αν είναι, κάθε φορά περιμένουν τα παιδιά για να ζωντανέψουν και να γίνουν ένας παραμυθένιος κόσμος γεμάτος με χρώματα.

Έφτασε όμως το τμήμα που θα συνοδεύσω, γι’ αυτό θα πρέπει να σας αφήσω.

Τα λέμε στο επόμενο Παιδικό Φεστιβάλ, με συμμάχους τα καπέλα, το νερό μας και την καλή μας διάθεση!


Υ.Γ:  Αξίζει να αναφερθεί πως στην γιορτή λήξης, φοιτήριες του Τμήματος, παρουσίασαν το παραμύθι "Ο Τζακ και η φασολιά" σε θεατρική παράσταση, όπου τα παιδιά συμμετείχαν με σχόλια και προτροπές.
"Μαγεία υπάρχει παντού", είπε ο Τζακ και συμφώνησαν μικρά και μεγάλα παιδιά μαζί του.
[Stama_Kal]


"Το Πάρκο της χαράς"

Εγκαινιάζεις το καλοκαίρι με μία βυσσινάδα με ανθρακικό ως «αντίδοτο» σε ένα πολύ ηλιόλουστο μεσημέρι, κρατάς το Up και τα μπερδεμένα ακουστικά στο χέρι, φοράς το σακίδιο στην πλάτη και παίρνεις και τα παιδιά τηλέφωνο να δεις πού είναι, μήπως πάτε μαζί στο μάθημα της Τετάρτης 20 Μαΐου. «Πάμε πρώτα μια βόλτα από το Πάρκο της Ειρήνης» λες. Πριν προλάβεις να κλείσεις το τηλέφωνο, ακούς μουσική, βλέπεις κόσμο να πηγαινοέρχεται και λες «Ωπ, εδώ κάτι συμβαίνει!» .Πλησιάζεις και αντικρίζεις αυτήν την εικόνα:


«Εγώ στην θέση σου δεν θα καθόμουν» θα μού πεις. «Έχεις μάθημα, ανεπρόκοπη.», θα προσθέσεις. Ε, ναι λοιπόν, το ομολογώ, επέλεξα να καθίσω στο γρασίδι (διαβάζοντας κυρία καθηγήτρια! Αν ψεύδομαι να με πιάσει βροχή επιστρέφοντας!).

Και πες πως το απαλό γρασίδι και τα φοιτητικά συγκροτήματα (οι Route69, Φ.Α.Κ.Α., Salto Mortale, Monostyle ,Banda Madara, Celéne, Stones from the Sun, Mr.Filo & the Bloopers, Deadbeat Escapement και Feel In. ) που έδωσαν το μοναδικό τους χρώμα στο Noise me up festival έπεισαν εμένα και εσένα να μείνουμε κατά ένα μεγάλο ποσοστό, αλλά οι άτιμες οι τύψεις παρέμειναν στο πίσω μέρος του μυαλού μας να μας βασανίζουν. Την λύση στο πρόβλημα αυτό έδωσε η οργάνωση του Πάρκου της Ειρήνης που παρείχε άμεση πρόσβαση σε φαγητά, καφέδες και τραπεζάκια, ώστε το φοιτητικό κοινό να παρακολουθήσει τα δρώμενα με κέφι-και φυσικά μακριά από κάθε είδους ενοχές-καλοκαιριάζει άλλωστε!


Οι ερωτευμένοι, οι συνεπαρμένοι, οι θαμώνες
και εκείνοι που ακόμα περιμένουν τους αργοπορημένους φίλους τους να έρθουν στο γρασίδι,

Ήταν όλοι εκεί! 



Εντάξει, δεν το εννοούσα αυτό για την βροχή!

«Η γοργόνα και το αστέρι»


Μια φορά και έναν καιρό,

Ήταν μια γοργόνα, η Μαρίζα. Ήξερε να κολυμπάει καλύτερα και από το πιο επιδέξιο ψάρι..
Τα πρωινά έπαιζε με τα δελφίνια και τα βράδια μάζευε κοχύλια από τον βυθό.
Βοηθούσε την μητέρα της καθημερινά να μαζεύει φύκια για το μεσημεριανό φαγητό και μια φορά την εβδομάδα ταξίδευε στον μεγάλο ωκεανό για να συναντήσει τις φίλες της που ζούσαν εκεί.

Όπως όλοι έχουμε όνειρα, τα οποία συζητάμε συνήθως με κάποιο αστέρι που μας χαμογελάει από ψηλά, έτσι και η Μαρίζα, όταν έπεφτε ο ήλιος, σκαρφάλωνε στον μεγάλο βράχο και περίμενε να ξεπροβάλλει στον ουρανό το δικό της αστέρι για να μοιραστεί μαζί του τα όνειρά της.

Όταν είχε ξαστεριά, συνομιλούσαν με τις ώρες και έβρισκαν νόημα πλέκοντας νήματα αισιοδοξίας.

Όταν όμως είχε σύννεφα, η Μαρίζα σκοτείνιαζε μαζί με τον ουρανό, γιατί δεν μπορούσε να βλέπει το αστέρι της. Ήταν εκείνο που της έδινε δύναμη να ονειρεύεται..

Φανταζόταν πως μια μέρα θα μπορούσε να χορέψει. Ήταν αδύνατον όμως, δεν υπήρχε τόση πολλή μαγεία στον κόσμο αυτό, για να αποκτήσει πόδια!

Το αστέρι της όμως την έβλεπε που χόρευε. Στα αλήθεια χόρευε!
Έκανε βουτιές και στροβιλιζόταν ανάμεσα στα κύματα. Μπορεί να μην φορούσε εντυπωσιακά παπούτσια και κοντές φούστες, όμως χόρευε, με τον δικό της, μοναδικό τρόπο.
Όσο το αστέρι έλαμπε, τόσο η Μαρίζα γέμιζε με φως, που της έδινε ώθηση να χορεύει, να είναι όπως πάντα ήθελε.
Όταν το αστέρι χανόταν ανάμεσα στα σύννεφα, η μικρή γοργόνα δεν είχε φως, εγκατέλειπε τον βράχο γιατί δεν μπορούσε να στέκεται ακίνητη πάνω του και επέστρεφε στην παλιά, καλή της καθημερινότητα.

Δεν ήταν άσχημο που δεν είχε πόδια, όχι, δεν την έκανε αυτό θλιμμένη. Άλλοι δεν είχαν ούτε ουρά.
Ήταν έτσι γιατί δεν είχε φως. Εκείνο το μαγικό φως που την έκανε να θέλει να ονειρεύεται συνέχεια, να μην ξυπνήσει.

Έρχονται όμως στιγμές που από τα όνειρα ξυπνάμε.

Τότε συνειδητοποιούμε πως για ένα αστέρι αξίζει κανείς να διώξει τα σύννεφα.

Όσο και αν πληγώνεται, περιμένοντας σε έναν βράχο.

Ήρθε η μέρα που η Μαρίζα απέκτησε πόδια.
Χόρευε μέρα νύχτα, όμως κάτι της έλειπε.

Ήταν το φως που της χάριζε εκείνο το αστέρι.
Ήταν πολύ ψηλά για να μπορέσει να το φτάσει, πολύ λαμπερό για να μπορέσει να το αγγίξει.

Τώρα, όνειρό της είναι να γίνει και εκείνη μια μέρα αστέρι.
Να μπορέσει να δώσει φως.
Ίσως, εκεί ψηλά να βρει και το αστέρι που έχασε μία συννεφιασμένη μέρα.

Ίσως, από εκεί κάτω, να την ανακαλύψει κάποιος που ονειρεύεται… Ποιος ξέρει;


Κείμενο και φωτογραφία: Stama_Kal
Ζωγραφιά: Δημήτρης Μ.

How long is forever?


Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

«Ο φούρνος που δεν γκρεμίστηκε»


Μια φορά και έναν καιρό…………
Σε μια πολύβουη μα μικρή πόλη,  όπου όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους όπως στα χωριά, ήταν χτισμένος ένας φούρνος.
Ο φούρναρης  ήταν ο πιο γελαστός άνθρωπος στο χωριό.
Κάθε μέρα, συναντούσε πολύ κόσμο, κόσμο αγχωμένο, κόσμο σκυθρωπό από τις πολλές υποχρεώσεις και πάντα, μα πάντα, τους χάριζε ένα από τα χαμόγελά του.
Το μαγαζί άνοιγε πριν ακόμα ξημερώσει και οι εργατικοί άνθρωποι έπιαναν δουλειά μέχρι αργά το μεσημέρι για να βγάλουν το μεροκάματο και να μπορέσουν να θρέψουν τις οικογένειές τους. Ήταν πολλοί οι εργαζόμενοι σε αυτόν τον φούρνο, το επάγγελμα αλλά και το κτίριο είχε μεγάλη παράδοση και ήθελαν να την κρατήσουν. Ό,τι έφτιαχναν το έκαναν με μεράκι και αγάπη και το έδιναν στον κόσμο στις καλύτερες τιμές.

Ευτυχώς υπήρχαν και οι άνθρωποι που έρχονταν κάθε μέρα, οι «θαμώνες» όπως τους λέμε, οι οποίοι, αγοράζοντας απλά ένα καρβέλι ψωμί, ένα γλύκισμα ή έναν καφέ, φρόντιζαν το μαγαζί – αν και είχε κινδυνεύσει στο παρελθόν πολλές φορές- να μην κλείσει.
Ο ποδηλάτης με τον καφέ, που ήταν συνέχεια ανήσυχος ότι δεν θα προλάβει, η δασκάλα που είχε πολλά νεύρα και έτρωγε πρωί πρωί ένα τεράστιο σάντουιτς, ο μαθητής που έπαιρνε κουλούρι και έδινε και στον σκύλο του, η μητέρα που έπαιρνε κουλουράκια σοκολάτας στα παιδιά της και ένας πατέρας που κάθε πρωί, στις 7.01 έπαιρνε το ψωμί για να το πάει στην οικογένεια.
Αυτοί ήταν όλοι κι όλοι. Δεν αγόραζαν πολλά, αλλά βοηθούσαν τον μικρό φούρνο να μένει ανοιχτός για χρόνια και φυσικά, με αυτό τον τρόπο έλεγαν «ευχαριστώ» στους δημιουργούς ψωμιού, γλυκισμάτων και καφέ για τον κόπο τους.
Ήταν πια εξάλλου όλοι φίλοι με όλους.
Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν….

Γιατί μια συννεφιασμένη Δευτέρα, στις 7.01 δεν ήρθε κανείς στον φούρνο. Τα βλέμματα πάγωσαν, η πόρτα παρέμενε κλειστή μέχρι τις 8.01 και οι ερωτήσεις άρχισαν να πέφτουν βροχή.
«Μα τι δεν του αρέσει στο ψωμί μου;» είπε με παράπονο η Αρχοντούλα –που αδιαμφισβήτητα πια, έκανε το καλύτερο ψωμί στην πόλη. «Αν τον χάσουμε από πελάτη, θα πρέπει να σταματήσω να έρχομαι στην δουλειά με το αυτοκίνητο και να κάνω τόσο δρόμο με τα πόδια! Θα μπούμε όλοι σε πολλά έξοδα..».

Την δεύτερη μέρα, όλοι τον περίμεναν στις 7.01 με κομμένη την ανάσα, αλλά κι πάλι ο πατέρας με τα έξι παιδιά, είχε γίνει άφαντος.
Παρασκευή είχε πάει και κανείς δεν είχε δει τον ψηλόλιγνο άντρα.

Ώσπου, το Σάββατο στις 7 ακριβώς τον είδε ο φούρναρης να πηγαίνει τρέχοντας στο σπίτι του, με ένα μεγάλο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη.
«Καλημέρα φίλε μου», είπε ο πατέρας και συνέχισε να τρέχει.
Το χαμόγελο του φούρναρη άρχισε να σβήνει. «Μα γιατί;».

Την Δευτέρα, το ίδιο. Μόνο που αυτή την φορά ο πατέρας κουβαλούσε ένα μεγάλο τσουβάλι γεμάτο με………… μικρά, αφράτα ψωμάκια!

«Ε ως εδώ!» είπε η Αρχοντούλα. «Δεν νοιάζεται για εμάς! Δεν είναι φίλος μας. Σταματήστε να του χαμογελάτε, και να του μιλάτε. Ξέρετε ποια είναι η αλήθεια; Ότι θα ερχόμαστε κάθε πρωί στην δουλειά με τα πόδια. Αν υπάρχει δηλαδή αυτός ο φούρνος και δεν γκρεμιστεί! Γιατί αν δεν υπάρχει κόσμος να αγοράζει τα ψωμιά μας, θα γκρεμιστεί!».
Έτσι κι έγινε. Κάθε πρωί ο πατέρας περνούσε κουβαλώντας τα δικά του ψωμιά στην πλάτη, την ώρα που ο φούρναρης έβαζε το παλιό, πολυαγαπημένο του ψωμί στο ράφι. Πήγαινε να πει καλημέρα, αλλά κανείς δεν τον κοιτούσε. «Ας είναι», σκέφτηκε, «οι φίλοι μου πρέπει να είναι αρκετά απασχολημένοι για να μην προλαβαίνουν να με καλημερίσουν».

Ένα πρωί, ο πατέρας, πέρασε το κατώφλι της πόρτας, στις 7.01.
Στα χέρια του κρατούσε –ξανά- ένα μικρό τσουβάλι.
«Τι θέλεις εδώ;» άρχισε να φωνάζει η Αρχοντούλα με απελπισία.
«Ήρθα να σας δείξω….» άρχισε να λέει ο φτωχός οικογενειάρχης, μα οι φωνές τον έκαναν απότομα να σταματήσει. «Έξω, έξω!».
«Ας είναι», σκέφτηκε. Έκανε δύο βήματα μπροστά, πλησίασε το ράφι, και άφησε σε αυτό, πέντε μικρά καρβέλια ψωμί. «Αυτά, τα έφτιαξα μόνος μου για εσάς» είπε, «το ξέρω πως έχετε ήδη δικό σας ψωμί, αλλά σκέφτηκα να βοηθήσω, επειδή είστε φίλοι μου και σας αγαπώ».
Έκλεισε την πόρτα πίσω του και πήγε να μοιράσει στα παιδιά του το ψωμί και το γάλα τους, πικραμένος είναι η αλήθεια, αφού του έβαλαν τις φωνές στο μαγαζί.

Και τι έφταιγε δηλαδή που δεν μπορούσε πια να είναι θαμώνας;
Η αλήθεια είναι πως ο άτυχος άντρας, είχε χάσει την δουλειά του ένα πρωινό Δευτέρας.
Καταχαρούμενος καθώς είχε αφήσει γάλα και φρέσκο ψωμί στα μικρά παιδιά του, πήγε στο βιβλιοπωλείο όπου εργαζόταν σχεδόν για όλη του την ζωή.
«Σωκράτη, θα κλείσει το μαγαζί.» ,του είπε το αφεντικό του, «έχουμε μείνει με έναν πελάτη. Κανείς δεν διαβάζει βιβλία τώρα πια. Αύριο τα μαζεύω και πάω στην άλλη άκρη της χώρας να ανοίξω ένα μαγαζί με υπολογιστές. Μπορείς να έρθεις αν θέλεις.»
Ήταν όμως αδύνατον. Τα παιδιά πήγαιναν εκεί σχολείο, η γυναίκα του εργαζόταν ως νηπιαγωγός στο σχολείο της γειτονιάς, δεν μπορούσε να της ζητήσει κάτι τέτοιο.
Κάθε πρωί λοιπόν, αποχαιρετούσε τα παιδιά του και τους έταζε γάλα για το μεσημέρι. Για ψωμί, ούτε λόγος. Πήγαινε στα σκαλοπάτια του παλιού τους μαγαζιού και σκεφτόταν..

Αχ, πιο πολύ του έλειπε το ψωμάκι που τόσο τους άρεσε! Ποιος να ήξερε ότι μια μέρα θα έκανε δεύτερες σκέψεις για την αγορά του. Ήταν ένας φτωχός, άνεργος οικογενειάρχης. Έπρεπε να βρει την λύση μόνος του.

Έτσι λοιπόν, άρχισε να προμηθεύεται αλεύρι, μαγιά και αλάτι από τον καλό του ξάδελφο που προσφέρθηκε να τον βοηθήσει, για να φτιάξει ο ίδιος ψωμί, με την προϋπόθεση πως θα του αφήνει ένα μεγάλο καρβέλι κάθε πρωί για τα δικά του παιδιά. Το υπόλοιπο ψωμί μπορούσε να το πάει στα αγαπημένα του πρόσωπα. Έτσι, ήταν όλοι πολύ ευχαριστημένοι.
Δεν ήταν θαμώνας πια και αυτό ίσως να στενοχωρούσε τους φίλους του. Δεν μπορούσε όμως να κάνει και κάτι άλλο.

Το επόμενο πρωί τον περίμενε μια έκπληξη έξω από τον μικρό φούρνο.
«Σε χρειαζόμαστε», είπε ο φούρναρης. «Μήπως έχεις χρόνο και όρεξη για δουλειά;».
«Φυσικά!» απάντησε ο πατέρας. Και κάθε μέρα, στο ράφι, υπήρχαν πια τα καρβέλια του, από αλεύρι, μαγιά και αγάπη. Οι θαμώνες αλλά και οι μη-θαμώνες πολλαπλασιάστηκαν.


Έτσι, σε μια μικρή και πολύβουη πόλη, στεκόταν ο φούρνος που δεν γκρεμίστηκε, χάρη στην αγάπη και την καλοσύνη των ανθρώπων, που, παρά τις δυσκολίες, μαζί βρήκαν τη λύση.