Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015

6ο Παιδικό Φεστιβάλ ΤΕΕΑΠΗ.


«Μια εβδομάδα ονείρου ...»
Νομίζετε ότι ξεκίνησα την συμμετοχή μου στο 6ο Παιδικό Φεστιβάλ του Τ.Ε.Ε.Α.Π.Η ως μεταφορέας όλως τυχαίως;  Είχα στο μυαλό μου να σας κάνω μία ξενάγηση στους κόσμους της παιδικής σκέψης, της δημιουργικότητας και του παραμυθιού. Το ξέρω πως δεν είστε ούτε τεσσάρων ετών, ούτε κούκλες κουκλοθέατρου, ούτε νηπιαγωγοί (τουλάχιστον όχι όλοι), αλλά είστε μαζί μου, οπότε είστε επίτιμοι επισκέπτες! Ξεκινάμε;

Αρχικά ας κάνουμε ένα ταξίδι στον χρόνο. Το Παιδικό Φεστιβάλ του Τ.Ε.Ε.Α.Π.Η είναι μοναδικό στο είδος του, ξεκίνησε το 2010 και μέσα σε λίγα χρόνια είχε αποκτήσει πολλούς καινούριους φίλους, όπως εθελοντές φοιτητές και φοιτήτριες  του Τμήματος αλλά και πολλά παιδιά (ανά τμήμα σχολείου). Φέτος, μεταξύ 2 και 5 Ιουνίου διεξήχθη  το 6ο παιδικό φεστιβάλ στο Πανεπιστήμιό μας.

 Οι εθελοντές, με την πολύτιμη βοήθεια της οργανωτικής επιτροπής του φεστιβάλ και της υπεύθυνης κυρίας Βασιλικής Ρήγα, έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους για να προετοιμάσουν τον χώρο και για να προσφέρουν στα προνήπια και τα νήπια ψυχαγωγία και μάθηση, μέσα από οργανωμένες δραστηριότητες. Τι δεν τους βλέπετε; Άλλοι καθαρίζουν, άλλοι στολίζουν, άλλοι σημειώνουν, μέχρι να φτάσουν τα παιδιά και να προσηλωθούν σε αυτά και μόνο.


Η Ασημίνα Κατσούδα , η οποία είναι 4 χρόνια στην οργανωτική επιτροπή του φεστιβάλ, μάς περιγράφει την κατάσταση ‘εκ των έσω': «Αξίζει να αναφέρουμε πως το Παιδικό Φεστιβάλ είναι μία δουλειά ενός χρόνου και συμμετέχοντας σε αυτό μαθαίνεις πράγματα που μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις επαγγελματικά.  Η εβδομάδα η οποία διεξάγεται ("Μια εβδομάδα ονείρου" όπως την αποκαλώ ) είναι για όλους εμάς που δουλέψαμε όλο αυτό το χρονικό διάστημα μια διπλή χαρά, διότι βλέπουμε το αποτέλεσμα του κόπου μας και η αξιολόγηση για μας φαίνεται μέσα από τα πρόσωπα και τα χαμόγελα των μικρών αλλά και των μεγάλων.» .

Οι μικροί μας φίλοι και φέτος στόλισαν τον εξωτερικό χώρο στον οποίο γίνεται κάθε χρόνο το φεστιβάλ, όχι μόνο με καλοκαιρινές σημαίες, αλλά κυρίως με φαντασία, ξεγνοιασιά, ήχους και εικόνες. Μπορείς να διακρίνεις τον ενθουσιασμό στα μάτια τους, καθώς σού περιγράφουν τι ζωγράφισαν. Αλλά ας αποχωρήσουμε γιατί συγκινήθηκα.

Αν στρίψετε αριστερά, θα μπορέσετε να δείτε τα Παιχνίδια Τσίρκου, τα Παραδοσιακά Παιχνίδια και τους Ερευνητές των Μαθηματικών. Στα δεξιά σας, είναι η Χώρα των χρωμάτων και το Κουκλοθέατρο. Πιο πάνω βρίσκεται η Αφήγηση Ιστοριών, το «Συμμετέχω και αποφασίζω» και η Διαπολιτισμική Αγωγή. Λίγα ακόμα βήματα και θα δείτε τους Μικρούς Σεφ, τις Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και το μουσικό παιχνίδι. Για κάθε εργαστήριο είναι υπεύθυνος και κάποιος καθηγητής του Τμήματος, ο οποίος έχει εφοδιάσει το φοιτητικό κοινό με τις αναγκαίες δεξιότητες σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο.

Κορδέλες, σημαίες, πανιά και κούκλες, αφίσες, στεφάνια, μπάλες και μπογιές, όλα αυτά, όσο όμορφα και αν είναι, κάθε φορά περιμένουν τα παιδιά για να ζωντανέψουν και να γίνουν ένας παραμυθένιος κόσμος γεμάτος με χρώματα.

Έφτασε όμως το τμήμα που θα συνοδεύσω, γι’ αυτό θα πρέπει να σας αφήσω.

Τα λέμε στο επόμενο Παιδικό Φεστιβάλ, με συμμάχους τα καπέλα, το νερό μας και την καλή μας διάθεση!


Υ.Γ:  Αξίζει να αναφερθεί πως στην γιορτή λήξης, φοιτήριες του Τμήματος, παρουσίασαν το παραμύθι "Ο Τζακ και η φασολιά" σε θεατρική παράσταση, όπου τα παιδιά συμμετείχαν με σχόλια και προτροπές.
"Μαγεία υπάρχει παντού", είπε ο Τζακ και συμφώνησαν μικρά και μεγάλα παιδιά μαζί του.
[Stama_Kal]


"Το Πάρκο της χαράς"

Εγκαινιάζεις το καλοκαίρι με μία βυσσινάδα με ανθρακικό ως «αντίδοτο» σε ένα πολύ ηλιόλουστο μεσημέρι, κρατάς το Up και τα μπερδεμένα ακουστικά στο χέρι, φοράς το σακίδιο στην πλάτη και παίρνεις και τα παιδιά τηλέφωνο να δεις πού είναι, μήπως πάτε μαζί στο μάθημα της Τετάρτης 20 Μαΐου. «Πάμε πρώτα μια βόλτα από το Πάρκο της Ειρήνης» λες. Πριν προλάβεις να κλείσεις το τηλέφωνο, ακούς μουσική, βλέπεις κόσμο να πηγαινοέρχεται και λες «Ωπ, εδώ κάτι συμβαίνει!» .Πλησιάζεις και αντικρίζεις αυτήν την εικόνα:


«Εγώ στην θέση σου δεν θα καθόμουν» θα μού πεις. «Έχεις μάθημα, ανεπρόκοπη.», θα προσθέσεις. Ε, ναι λοιπόν, το ομολογώ, επέλεξα να καθίσω στο γρασίδι (διαβάζοντας κυρία καθηγήτρια! Αν ψεύδομαι να με πιάσει βροχή επιστρέφοντας!).

Και πες πως το απαλό γρασίδι και τα φοιτητικά συγκροτήματα (οι Route69, Φ.Α.Κ.Α., Salto Mortale, Monostyle ,Banda Madara, Celéne, Stones from the Sun, Mr.Filo & the Bloopers, Deadbeat Escapement και Feel In. ) που έδωσαν το μοναδικό τους χρώμα στο Noise me up festival έπεισαν εμένα και εσένα να μείνουμε κατά ένα μεγάλο ποσοστό, αλλά οι άτιμες οι τύψεις παρέμειναν στο πίσω μέρος του μυαλού μας να μας βασανίζουν. Την λύση στο πρόβλημα αυτό έδωσε η οργάνωση του Πάρκου της Ειρήνης που παρείχε άμεση πρόσβαση σε φαγητά, καφέδες και τραπεζάκια, ώστε το φοιτητικό κοινό να παρακολουθήσει τα δρώμενα με κέφι-και φυσικά μακριά από κάθε είδους ενοχές-καλοκαιριάζει άλλωστε!


Οι ερωτευμένοι, οι συνεπαρμένοι, οι θαμώνες
και εκείνοι που ακόμα περιμένουν τους αργοπορημένους φίλους τους να έρθουν στο γρασίδι,

Ήταν όλοι εκεί! 



Εντάξει, δεν το εννοούσα αυτό για την βροχή!

«Η γοργόνα και το αστέρι»


Μια φορά και έναν καιρό,

Ήταν μια γοργόνα, η Μαρίζα. Ήξερε να κολυμπάει καλύτερα και από το πιο επιδέξιο ψάρι..
Τα πρωινά έπαιζε με τα δελφίνια και τα βράδια μάζευε κοχύλια από τον βυθό.
Βοηθούσε την μητέρα της καθημερινά να μαζεύει φύκια για το μεσημεριανό φαγητό και μια φορά την εβδομάδα ταξίδευε στον μεγάλο ωκεανό για να συναντήσει τις φίλες της που ζούσαν εκεί.

Όπως όλοι έχουμε όνειρα, τα οποία συζητάμε συνήθως με κάποιο αστέρι που μας χαμογελάει από ψηλά, έτσι και η Μαρίζα, όταν έπεφτε ο ήλιος, σκαρφάλωνε στον μεγάλο βράχο και περίμενε να ξεπροβάλλει στον ουρανό το δικό της αστέρι για να μοιραστεί μαζί του τα όνειρά της.

Όταν είχε ξαστεριά, συνομιλούσαν με τις ώρες και έβρισκαν νόημα πλέκοντας νήματα αισιοδοξίας.

Όταν όμως είχε σύννεφα, η Μαρίζα σκοτείνιαζε μαζί με τον ουρανό, γιατί δεν μπορούσε να βλέπει το αστέρι της. Ήταν εκείνο που της έδινε δύναμη να ονειρεύεται..

Φανταζόταν πως μια μέρα θα μπορούσε να χορέψει. Ήταν αδύνατον όμως, δεν υπήρχε τόση πολλή μαγεία στον κόσμο αυτό, για να αποκτήσει πόδια!

Το αστέρι της όμως την έβλεπε που χόρευε. Στα αλήθεια χόρευε!
Έκανε βουτιές και στροβιλιζόταν ανάμεσα στα κύματα. Μπορεί να μην φορούσε εντυπωσιακά παπούτσια και κοντές φούστες, όμως χόρευε, με τον δικό της, μοναδικό τρόπο.
Όσο το αστέρι έλαμπε, τόσο η Μαρίζα γέμιζε με φως, που της έδινε ώθηση να χορεύει, να είναι όπως πάντα ήθελε.
Όταν το αστέρι χανόταν ανάμεσα στα σύννεφα, η μικρή γοργόνα δεν είχε φως, εγκατέλειπε τον βράχο γιατί δεν μπορούσε να στέκεται ακίνητη πάνω του και επέστρεφε στην παλιά, καλή της καθημερινότητα.

Δεν ήταν άσχημο που δεν είχε πόδια, όχι, δεν την έκανε αυτό θλιμμένη. Άλλοι δεν είχαν ούτε ουρά.
Ήταν έτσι γιατί δεν είχε φως. Εκείνο το μαγικό φως που την έκανε να θέλει να ονειρεύεται συνέχεια, να μην ξυπνήσει.

Έρχονται όμως στιγμές που από τα όνειρα ξυπνάμε.

Τότε συνειδητοποιούμε πως για ένα αστέρι αξίζει κανείς να διώξει τα σύννεφα.

Όσο και αν πληγώνεται, περιμένοντας σε έναν βράχο.

Ήρθε η μέρα που η Μαρίζα απέκτησε πόδια.
Χόρευε μέρα νύχτα, όμως κάτι της έλειπε.

Ήταν το φως που της χάριζε εκείνο το αστέρι.
Ήταν πολύ ψηλά για να μπορέσει να το φτάσει, πολύ λαμπερό για να μπορέσει να το αγγίξει.

Τώρα, όνειρό της είναι να γίνει και εκείνη μια μέρα αστέρι.
Να μπορέσει να δώσει φως.
Ίσως, εκεί ψηλά να βρει και το αστέρι που έχασε μία συννεφιασμένη μέρα.

Ίσως, από εκεί κάτω, να την ανακαλύψει κάποιος που ονειρεύεται… Ποιος ξέρει;


Κείμενο και φωτογραφία: Stama_Kal
Ζωγραφιά: Δημήτρης Μ.

How long is forever?


Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

«Ο φούρνος που δεν γκρεμίστηκε»


Μια φορά και έναν καιρό…………
Σε μια πολύβουη μα μικρή πόλη,  όπου όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους όπως στα χωριά, ήταν χτισμένος ένας φούρνος.
Ο φούρναρης  ήταν ο πιο γελαστός άνθρωπος στο χωριό.
Κάθε μέρα, συναντούσε πολύ κόσμο, κόσμο αγχωμένο, κόσμο σκυθρωπό από τις πολλές υποχρεώσεις και πάντα, μα πάντα, τους χάριζε ένα από τα χαμόγελά του.
Το μαγαζί άνοιγε πριν ακόμα ξημερώσει και οι εργατικοί άνθρωποι έπιαναν δουλειά μέχρι αργά το μεσημέρι για να βγάλουν το μεροκάματο και να μπορέσουν να θρέψουν τις οικογένειές τους. Ήταν πολλοί οι εργαζόμενοι σε αυτόν τον φούρνο, το επάγγελμα αλλά και το κτίριο είχε μεγάλη παράδοση και ήθελαν να την κρατήσουν. Ό,τι έφτιαχναν το έκαναν με μεράκι και αγάπη και το έδιναν στον κόσμο στις καλύτερες τιμές.

Ευτυχώς υπήρχαν και οι άνθρωποι που έρχονταν κάθε μέρα, οι «θαμώνες» όπως τους λέμε, οι οποίοι, αγοράζοντας απλά ένα καρβέλι ψωμί, ένα γλύκισμα ή έναν καφέ, φρόντιζαν το μαγαζί – αν και είχε κινδυνεύσει στο παρελθόν πολλές φορές- να μην κλείσει.
Ο ποδηλάτης με τον καφέ, που ήταν συνέχεια ανήσυχος ότι δεν θα προλάβει, η δασκάλα που είχε πολλά νεύρα και έτρωγε πρωί πρωί ένα τεράστιο σάντουιτς, ο μαθητής που έπαιρνε κουλούρι και έδινε και στον σκύλο του, η μητέρα που έπαιρνε κουλουράκια σοκολάτας στα παιδιά της και ένας πατέρας που κάθε πρωί, στις 7.01 έπαιρνε το ψωμί για να το πάει στην οικογένεια.
Αυτοί ήταν όλοι κι όλοι. Δεν αγόραζαν πολλά, αλλά βοηθούσαν τον μικρό φούρνο να μένει ανοιχτός για χρόνια και φυσικά, με αυτό τον τρόπο έλεγαν «ευχαριστώ» στους δημιουργούς ψωμιού, γλυκισμάτων και καφέ για τον κόπο τους.
Ήταν πια εξάλλου όλοι φίλοι με όλους.
Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν….

Γιατί μια συννεφιασμένη Δευτέρα, στις 7.01 δεν ήρθε κανείς στον φούρνο. Τα βλέμματα πάγωσαν, η πόρτα παρέμενε κλειστή μέχρι τις 8.01 και οι ερωτήσεις άρχισαν να πέφτουν βροχή.
«Μα τι δεν του αρέσει στο ψωμί μου;» είπε με παράπονο η Αρχοντούλα –που αδιαμφισβήτητα πια, έκανε το καλύτερο ψωμί στην πόλη. «Αν τον χάσουμε από πελάτη, θα πρέπει να σταματήσω να έρχομαι στην δουλειά με το αυτοκίνητο και να κάνω τόσο δρόμο με τα πόδια! Θα μπούμε όλοι σε πολλά έξοδα..».

Την δεύτερη μέρα, όλοι τον περίμεναν στις 7.01 με κομμένη την ανάσα, αλλά κι πάλι ο πατέρας με τα έξι παιδιά, είχε γίνει άφαντος.
Παρασκευή είχε πάει και κανείς δεν είχε δει τον ψηλόλιγνο άντρα.

Ώσπου, το Σάββατο στις 7 ακριβώς τον είδε ο φούρναρης να πηγαίνει τρέχοντας στο σπίτι του, με ένα μεγάλο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη.
«Καλημέρα φίλε μου», είπε ο πατέρας και συνέχισε να τρέχει.
Το χαμόγελο του φούρναρη άρχισε να σβήνει. «Μα γιατί;».

Την Δευτέρα, το ίδιο. Μόνο που αυτή την φορά ο πατέρας κουβαλούσε ένα μεγάλο τσουβάλι γεμάτο με………… μικρά, αφράτα ψωμάκια!

«Ε ως εδώ!» είπε η Αρχοντούλα. «Δεν νοιάζεται για εμάς! Δεν είναι φίλος μας. Σταματήστε να του χαμογελάτε, και να του μιλάτε. Ξέρετε ποια είναι η αλήθεια; Ότι θα ερχόμαστε κάθε πρωί στην δουλειά με τα πόδια. Αν υπάρχει δηλαδή αυτός ο φούρνος και δεν γκρεμιστεί! Γιατί αν δεν υπάρχει κόσμος να αγοράζει τα ψωμιά μας, θα γκρεμιστεί!».
Έτσι κι έγινε. Κάθε πρωί ο πατέρας περνούσε κουβαλώντας τα δικά του ψωμιά στην πλάτη, την ώρα που ο φούρναρης έβαζε το παλιό, πολυαγαπημένο του ψωμί στο ράφι. Πήγαινε να πει καλημέρα, αλλά κανείς δεν τον κοιτούσε. «Ας είναι», σκέφτηκε, «οι φίλοι μου πρέπει να είναι αρκετά απασχολημένοι για να μην προλαβαίνουν να με καλημερίσουν».

Ένα πρωί, ο πατέρας, πέρασε το κατώφλι της πόρτας, στις 7.01.
Στα χέρια του κρατούσε –ξανά- ένα μικρό τσουβάλι.
«Τι θέλεις εδώ;» άρχισε να φωνάζει η Αρχοντούλα με απελπισία.
«Ήρθα να σας δείξω….» άρχισε να λέει ο φτωχός οικογενειάρχης, μα οι φωνές τον έκαναν απότομα να σταματήσει. «Έξω, έξω!».
«Ας είναι», σκέφτηκε. Έκανε δύο βήματα μπροστά, πλησίασε το ράφι, και άφησε σε αυτό, πέντε μικρά καρβέλια ψωμί. «Αυτά, τα έφτιαξα μόνος μου για εσάς» είπε, «το ξέρω πως έχετε ήδη δικό σας ψωμί, αλλά σκέφτηκα να βοηθήσω, επειδή είστε φίλοι μου και σας αγαπώ».
Έκλεισε την πόρτα πίσω του και πήγε να μοιράσει στα παιδιά του το ψωμί και το γάλα τους, πικραμένος είναι η αλήθεια, αφού του έβαλαν τις φωνές στο μαγαζί.

Και τι έφταιγε δηλαδή που δεν μπορούσε πια να είναι θαμώνας;
Η αλήθεια είναι πως ο άτυχος άντρας, είχε χάσει την δουλειά του ένα πρωινό Δευτέρας.
Καταχαρούμενος καθώς είχε αφήσει γάλα και φρέσκο ψωμί στα μικρά παιδιά του, πήγε στο βιβλιοπωλείο όπου εργαζόταν σχεδόν για όλη του την ζωή.
«Σωκράτη, θα κλείσει το μαγαζί.» ,του είπε το αφεντικό του, «έχουμε μείνει με έναν πελάτη. Κανείς δεν διαβάζει βιβλία τώρα πια. Αύριο τα μαζεύω και πάω στην άλλη άκρη της χώρας να ανοίξω ένα μαγαζί με υπολογιστές. Μπορείς να έρθεις αν θέλεις.»
Ήταν όμως αδύνατον. Τα παιδιά πήγαιναν εκεί σχολείο, η γυναίκα του εργαζόταν ως νηπιαγωγός στο σχολείο της γειτονιάς, δεν μπορούσε να της ζητήσει κάτι τέτοιο.
Κάθε πρωί λοιπόν, αποχαιρετούσε τα παιδιά του και τους έταζε γάλα για το μεσημέρι. Για ψωμί, ούτε λόγος. Πήγαινε στα σκαλοπάτια του παλιού τους μαγαζιού και σκεφτόταν..

Αχ, πιο πολύ του έλειπε το ψωμάκι που τόσο τους άρεσε! Ποιος να ήξερε ότι μια μέρα θα έκανε δεύτερες σκέψεις για την αγορά του. Ήταν ένας φτωχός, άνεργος οικογενειάρχης. Έπρεπε να βρει την λύση μόνος του.

Έτσι λοιπόν, άρχισε να προμηθεύεται αλεύρι, μαγιά και αλάτι από τον καλό του ξάδελφο που προσφέρθηκε να τον βοηθήσει, για να φτιάξει ο ίδιος ψωμί, με την προϋπόθεση πως θα του αφήνει ένα μεγάλο καρβέλι κάθε πρωί για τα δικά του παιδιά. Το υπόλοιπο ψωμί μπορούσε να το πάει στα αγαπημένα του πρόσωπα. Έτσι, ήταν όλοι πολύ ευχαριστημένοι.
Δεν ήταν θαμώνας πια και αυτό ίσως να στενοχωρούσε τους φίλους του. Δεν μπορούσε όμως να κάνει και κάτι άλλο.

Το επόμενο πρωί τον περίμενε μια έκπληξη έξω από τον μικρό φούρνο.
«Σε χρειαζόμαστε», είπε ο φούρναρης. «Μήπως έχεις χρόνο και όρεξη για δουλειά;».
«Φυσικά!» απάντησε ο πατέρας. Και κάθε μέρα, στο ράφι, υπήρχαν πια τα καρβέλια του, από αλεύρι, μαγιά και αγάπη. Οι θαμώνες αλλά και οι μη-θαμώνες πολλαπλασιάστηκαν.


Έτσι, σε μια μικρή και πολύβουη πόλη, στεκόταν ο φούρνος που δεν γκρεμίστηκε, χάρη στην αγάπη και την καλοσύνη των ανθρώπων, που, παρά τις δυσκολίες, μαζί βρήκαν τη λύση. 

Τρίτη 19 Μαΐου 2015

«Πρώτα κοίτα το πρόσωπο στον καθρέφτη »

Και να πρέπει να αλλάξεις, εγώ θα σού το πω;


«Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν» συνηθίζουν να λένε πολλοί από το είδος μας που, όντας κάπως απόλυτοι, προσπαθούν να φέρουν  την αλλαγή τονίζοντας με λέξεις ότι «είσαι λάθος, πρέπει να κάνεις στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών!».
Δεν μπορώ να σας πω με σιγουριά αν αλλάζουν οι άνθρωποι ή όχι (η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα;), γιατί πολύ απλά δεν είμαι ικανή αυτή τη στιγμή να σας γράψω με το στυλό του κάθε ανθρώπου, παρά μόνο με το δικό μου, χιλιοδαγκωμένο bic.
Ούτε να αρχίσω τα φιλοσοφικά ερωτήματα μπορώ, το έκαναν άλλοι πριν από μένα και έβγαλαν τα δικά τους συμπεράσματα.
Το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να κοιτάξω το πρόσωπο στον καθρέφτη μου. Και εσύ, εκείνο στον δικό σου. Αν δεν έχεις καθρέφτη και η αντανάκλαση στο νερό μας κάνει (άτιμη κρίση!).
Πριν λοιπόν προσπαθήσεις να αλλάξεις οτιδήποτε ή οποιονδήποτε στον κόσμο αυτό, δες τις δικές σου επιδιώξεις, τις δικές σου αντιδράσεις, τις δικές σου τάσεις να αλλάζεις ή να μην αλλάζεις.
Ζούμε σε μια κοινωνία η οποία στηρίζεται τόσο πολύ στα λόγια, που ξεχνά να καταβάλλει προσπάθεια με τις συμπεριφορές της για να φέρει την όποια αλλαγή.
«Προσπάθησα», είπες κάποτε. Άσε με να κάνω για λίγο τον συνήγορο του διαβόλου και να σε ρωτήσω: Πώς ακριβώς προσπάθησες;
Η τάση μας να επιδιώκουμε να μεταβάλλουμε άτομα, καταστάσεις, ακόμα και σταθερές χρησιμοποιώντας λόγια, μού φέρνει στο μυαλό κάποιον που προσπαθεί να ανοίξει μια πόρτα λέγοντας «Πόρτα άνοιξε!», αντί να απλώσει το χέρι του και να γυρίσει το πόμολο.
Για το πλασματάκι στον καθρέφτη μου, το να αλλάζεις σημαίνει να αλληλεπιδράς με πολλούς διαφορετικούς κόσμους και κάθε φορά να αποκομίζεις κάτι από αυτούς, έτσι ώστε αυτό το «κάτι» να το κάνεις κτήμα σου.
Για να γίνει αυτό, είναι αναγκαίο να ανοίξουν οι κλειστές πόρτες του μυαλού σου και να μπορέσεις να δεις καθαρά.
Μα πώς να ανοίξει μια πόρτα, όταν της φωνάζουν «άνοιξε»;
Μόνο με την συμπεριφορά (ίσως-και-να) αλλάζουν οι άνθρωποι.
Τόσα πρότυπα, τόσα ενδιαφέροντα, τόσες κλίσεις που έχουμε από παιδιά, εμπλουτίζονται ή και αναθεωρούνται μέσα από επεξεργασία και παρατήρηση.
Αν και η προτροπή μπορεί να δράσει και θετικά, δεν είναι αλληλεπίδραση, αποποιείται τις βασικές συντεταγμένες της ζωής μας, άρα ουσιαστικά, εκείνος που θα σού πει τι να κάνεις δρα από κάποια απόσταση.
Αντίθετα, αυτός που θα σού δείξει τον δρόμο, δίνοντάς σου το δικαίωμα της ελεύθερης βούλησης, μπορεί να ασκήσει σαφώς μεγαλύτερη επίδραση επάνω σου. Το βλέπεις και στον καθρέφτη σου (οκ, αντανάκλαση) πως κάτι πλέον έχει αλλάξει.
Έχεις δει κάτι καινούριο που ανταποκρίνεται σε όσα σε εκφράζουν και έχεις αποφασίσει πως θες να το αξιοποιήσεις για να υιοθετήσεις μια διαφορετική συνήθεια ή συμπεριφορά.
Και την εκφράζεις, και είσαι καλά με αυτό.
Τώρα οι βασικοί σου άξονες έχουν διευρυνθεί και μπορείς να τους θεωρείς νέο κτήμα σου. Στην επόμενη απόπειρα να μάθεις κάτι καινούριο θα συμπεριληφθούν και αυτοί ως κομμάτι των όσων έχεις δει/ ακούσει/ αισθανθεί.
Και σίγουρα, αυτός που θα σού πει «Άλλαξε!» χωρίς να λάβει υπόψιν αυτόν τον κόσμο, κάνει τρύπες στο νερό.
Δεν ξέρω αν οι άνθρωποι αλλάζουν ή όχι, πάντως σίγουρα μαθαίνουν.
Και αυτή η μάθηση προκύπτει από τις πράξεις.

[Stama_Kal].

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

«Τα πολύχρωμα όνειρά μας..»

Περιγραφή: C:\Users\STAMATIA1993\Desktop\11207886_921729177870047_277392305_o.jpg
Αν μια μέρα χωρίς συννεφιά κοιτάξετε προσεκτικά τον καταγάλανο ουρανό, ίσως μπορέσετε να δείτε τον πολύχρωμο πλανήτη. Όχι, όχι, δεν μιλώ για την Γη. Ούτε καν για τον Άρη ή τον Κρόνο. Είναι ένας πλανήτης διαφορετικός από κάθε άλλο. Όπως και τα πλασματάκια του.
Μια ανοιξιάτικη μέρα σαν και αυτή, γεννήθηκε ένας πλανήτης με πέντε χώρες. Την κόκκινη, την γαλάζια, την μοβ, την πράσινη και την κίτρινη. Οι χώρες αυτές, χωρίζονταν μεταξύ τους με αυτά που ονομάζουμε σύνορα. Έτσι, έβλεπε κανείς από μακριά το κάθε χρώμα να λάμπει και να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα.
Στην κάθε χώρα ζούσαν πλασματάκια με το ίδιο χρώμα. Κάθε πρωί τα γαλάζια πλάσματα έτρωγαν το γαλάζιο πρωινό τους, που ήταν όμως ίδιο με το πρωινό που έτρωγαν οι κίτρινοι γείτονές τους, μόνο στο χρώμα διέφερε. Μετά, πήγαιναν βόλτα με το γαλάζιο τους ποδήλατο, όπως ακριβώς και οι κίτρινοι με το κίτρινο ποδήλατό τους, ενώ πιο δίπλα οι κόκκινοι φούσκωναν τις κόκκινες ρόδες τους για να ξεκινήσουν. Όταν οι μοβ κάτοικοι πήγαιναν για τον μεσημεριανό τους ύπνο (αφού φυσικά είχαν φάει το μοβ φαγητό τους!) δεν ήξεραν ότι ακριβώς απέναντι τα πράσινα παιδιά έκαναν ακριβώς την ίδια κίνηση!
Το βράδυ όλοι χόρευαν. Άλλος χόρευε χορούς παραδοσιακούς, άλλος μοντέρνους, άλλος χοροπηδούσε και άλλος έκανε στροφές μέχρι να ζαλιστεί! Έκαναν που λέτε όλοι τα ίδια πράγματα, όμως οι πιο πολλοί έτρεμαν μήπως μπει στην χώρα τους κάποιος με άλλο χρώμα και πάψουν να ξεχωρίζουν! Όταν έβλεπαν έναν επισκέπτη διαφορετικό, τον κοιτούσαν έντονα, και ψιθύριζαν άσχημα λόγια, μέχρι που εκείνος λυπημένος, έφευγε.
Το ίδιο συνέβαινε και με τα βιβλία τους. Όλα τα γράμματα στα γαλάζια βιβλία είχαν το ίδιο χρώμα. Κόκκινα γράμματα στα κόκκινα βιβλία και πάει λέγοντας. Δεν είχε διαβάσει ποτέ κανείς τους πολύχρωμο βιβλίο, όπως εμείς. Δεν ήθελαν να βλέπουν πολύχρωμα βιβλία. Κάποτε λένε πως υπήρχαν, αλλά κάποιοι τα έκαψαν.
Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκε το μυστικό.
Μερικά πλασματάκια από όλες τις χώρες, όλα τους παιδιά, ονειρεύονταν έναν πολύχρωμο κόσμο, έναν κόσμο χωρίς σύνορα.
Έτσι, κάθε απόγευμα, έγραφαν γράμματα, με τους μονόχρωμους μαρκαδόρους τους και τα έκαναν γαλάζια, μοβ, πράσινα, κίτρινα και κόκκινα καραβάκια αντίστοιχα. Τα πετούσαν στον μαγικό άσπρο ποταμό, ο οποίος περνούσε από όλες τις χώρες και κατέληγε στο κέντρο του πλανήτη, στην μαγική πηγή. Εκεί, τα γράμματα συναντιούνταν και δημιουργούσαν πολύχρωμες λέξεις, είχαν ακούσει από τους παλιότερους που θυμούνταν πώς είναι να είσαι παιδί και να διαβάζεις πολύχρωμα βιβλία.
 Ήλπιζαν λοιπόν πως τα χάρτινα καραβάκια τους κατέληγαν στην μαγική πηγή και γίνονταν πολύχρωμα, έτοιμα να μεταφέρουν κάποια μέρα σε όλο τον κόσμο με λέξεις ,τα χρωματιστά όνειρά τους…
Δεν ήξεραν όμως , πως το χαρτί, από την στιγμή που γινόταν καραβάκι και έμπαινε στον ποταμό αποκτούσε μαγικές δυνάμεις!
Οι λέξεις τους, όχι μόνο δεν χάνονταν, αλλά μαζεύονταν όλες μέσα στο μαγικό βιβλίο που επέπλεε στην πηγή. Με αυτόν τον τρόπο γράφονταν πολύχρωμες ιστορίες, για πολλά πολλά χρόνια, ιστορίες που δεν τις είχε διαβάσει ποτέ κανείς, παραμύθια που έλεγαν πως ο πλανήτης θα ήταν καλύτερος αν τα πλασματάκια μάθαιναν να μοιράζονται τα χρώματά τους και να φτιάχνουν ουράνια τόξα, αντί να διώχνουν από την χώρα τους όποιον δεν τους μοιάζει. Αυτό το βιβλίο γράφτηκε από παιδιά, που πίστευαν στα ουράνια τόξα και στα παραμύθια.
Αυτό το βιβλίο έπρεπε να το διαβάσουν όλοι, για να καταλάβουν, πως ωραίο είναι να είμαστε διαφορετικοί για να βάζουμε όλο και πιο πολλά χρώματα στα βιβλία και τις χώρες μας, όχι όλοι ίδιοι και να διώχνουμε τα άλλα χρώματα.
Μια μέρα, εκεί που στην όχθη του ποταμού ονειρεύονταν ένα κίτρινο, ένα κόκκινο, ένα μοβ, ένα πράσινο και ένα γαλάζιο πλάσμα, το καραβάκι τους ήρθε πίσω. Και κάτι έγραφε πάνω…. Με πολύχρωμα γράμματα!
«Μαζευτείτε όλοι στην πηγή, μόλις το ρολόι δείξει 12 ακριβώς!»
Έτσι και έγινε. Τα παιδιά μαζεύτηκαν γύρω απ’ την πηγή και, μόλις ένωσαν τα χέρια τους έγινε κάτι μαγικό! Χρώματα και λέξεις  άρχισαν να βγαίνουν από την πηγή!
Τα χρώματα πέρασαν μέσα από τον ποταμό σε όλες τις χώρες και τις έκαναν πολύχρωμες. Ενώ τα γράμματα μπήκαν σε κάθε βιβλίο, στην γαλάζια, την κόκκινη, την κίτρινη, την μόβ και την πράσινη βιβλιοθήκη, στα βιβλιοπωλεία, στα σπίτια…
Οι κάτοικοι τα διάβασαν και έμαθαν πως είναι καλό να είναι πολύχρωμος όλος ο κόσμος!
Τώρα, όλοι ταίριαζαν με τον πλανήτη, γιατί ο πλανήτης είχε κάθε λογής χρώμα πάνω του!
Και όλοι καταλάβαιναν τα πολύχρωμα γράμματα, γιατί ήταν η γλώσσα της καρδιάς, που τους άφηνε όλους να μιλήσουν και να μοιραστούν τα όνειρά τους.
Έτσι, από εκείνη την ημέρα και μετά, στον πλανήτη αυτό δεν υπήρχαν σύνορα.
Όλοι ξυπνούσαν το πρωί και έτρωγαν το πολύχρωμο πρωινό τους, το κίτρινο και το κόκκινο πλασματάκι αντάλαζαν ποδήλατα και αυτό  είχε πλάκα, γιατί ήταν δύο διαφορετικοί φίλοι με διαφορετικά ποδήλατα, μα με τα ίδια, πολύχρωμα όνειρα. Τα σεντόνια τους τώρα είχαν χρώματα βγαλμένα από τα παραμύθια και τα βράδια όλοι, μα όλοι, χόρευαν σε ένα πολύχρωμο πάρτυ, που το ονόμασαν «πάρτυ του ουράνιου τόξου».

Αν δεν υπήρχαν αυτά τα πλασματάκια που δέχονταν τους διαφορετικούς από αυτούς φίλους τους, δεν θα υπήρχαν σήμερα πολύχρωμοι πλανήτες και ουράνια τόξα, ούτε παραμύθια με πολύχρωμες σελίδες. Θα ήταν όλα ίδια. Και σίγουρα, πολύ πολύ βαρετά.
κείμενο: stama_kal
εικόνα: Δημήτρης Μ.